Ο Αριστερός Φιλόσοφος και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος για την Εκκλησία κατά την Εθνεγερσία του 1821

Ο Αριστερός Φιλόσοφος και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος για την Εκκλησία κατά την Εθνεγερσία του 1821

Ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, που έφυγε πριν από λίγες μέρες από τη ζωή, στις 7 Φεβρουαρίου 2016, ήταν Έλληνας φιλόσοφος και πολιτικός στοχαστής, αντιστασιακός, πανεπιστημιακός δάσκαλος (Καθηγητής και Πρύτανης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (και Πρόεδρός της το 1993) και πρώην υπουργός Παιδείας των Κυβερνήσεων Γρίβα (1989) και Ζολώτα (1990).

Υπήρξε υπέρμαχος της ισότητας των δύο φύλων, πολέμιος της θανατικής ποινής, ενώ είχε συμβάλει στην εμψύχωση της Αντίστασης μέσω του παράνομου τύπου, κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, εξελέγη υφηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το οποίο απολύθηκε και εκδιώχθηκε λόγω της συμμετοχής του στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο Νέων, του οποίου την προεδρία είχε αναλάβει.

Όταν κλήθηκε να υπηρετήσει στο στρατό, του ζητήθηκε να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» (όπως ζητούνταν από τους εξόριστους στρατευμένους). Ο ίδιος αρνήθηκε να υπογράψει, γεγονός που οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εγκλεισμό του στη Μακρόνησο έως το 1950.

Το 1978 διώχθηκε για την άρνησή του να δώσει θρησκευτικό όρκο, όταν είχε κληθεί να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του ανακριτή, επικαλούμενος την επιστημονική ευσυνειδησία του και – ως χριστιανός ορθόδοξος – την ευαγγελική απαγόρευση για το θρησκευτικό όρκο.

Έγραψε περισσότερα από 30 βιβλία σχετικά με φιλοσοφικά, πολιτικά και ιστορικά θέματα, στα οποία αναδείκνυε μεγάλα ηθικά προβλήματα της ανθρωπότητας.

Τιμήθηκε από τους Προέδρους της Δημοκρατίας της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Ήταν μέλος διάφορων ξένων ακαδημιών, διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας και πρόεδρος της Στέγης Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

Το 1990 προτάθηκε από τον Ενιαίο Συνασπισμό – όπου μετείχε και το ΚΚΕ – για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Τη θλίψη για την απώλεια του Κωνσταντίνου Δεσποτόπουλου εξέφρασε και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος, στο συλλυπητήριο μήνυμά του, αναφέρθηκε στην προσφορά του στην Ελλάδα των γραμμάτων και του πολιτισμού καθώς και στους αγώνες για τη Δημοκρατία.

Παρακολουθήστε απόσπασμα της συνέντευξής του με θέμα την Εθνεγερσία της 25ης Μαρτίου 1821 και τον Αφορισμό της Επανάστασης:

Διαβάστε τι δήλωσε ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος για την ορκοδοσία και για την αλλαγή του συστήματος σχηματισμού ελληνικών επιθέτων, σε συνέντευξή του στη Βένη Παπαδημητρίου:

«Ο όρκος είναι ντροπή για την ανθρωπότητα»

«Ο όρκος είναι ντροπή για την ανθρωπότητα, είναι επιστροφή στη μαγική νοοτροπία. Παλαιότερα, αυτός που ορκίζονταν, νόμιζε ότι δεσμεύεται από μαγικές δυνάμεις. Έπειτα εξευγενίστηκε κι έγινε ο λεγόμενος ‘θρησκευτικός όρκος’.. Στην ελληνική αρχαιότητα, ήδη, αλλά και από τότε, οι φιλοσοφημένοι άνθρωποι αντιδρούσαν.»

Για την Ισότητα των Φύλων

Ως υπέρμαχος της ισότητας των φύλων, ο Κ. Δεσποτόπουλος είχε προτείνει ένα σύστημα σχηματισμού ελληνικών επιθέτων, το οποίο θα εξασφάλιζε την επιβίωση της θηλυγονικής σειράς μιας οικογένειας, δίπλα στην αρρεγονική.

«…Ενοχλεί, αυτό που ονόμασα «επωνυμικό χαμαιλεοντισμό» των γυναικών. Ότι δηλαδή με το γάμο αλλάζουν επώνυμο, με το διαζύγιο αλλάζουν επώνυμο κ.λ.π.  Ότι είναι μειωτικό για μία προσωπικότητα και μειωτικό συγχύσεως στην κοινωνία. Και επέμεινα ότι δεν πρέπει να αλλάζει επώνυμο η γυναίκα, όπως δεν αλλάζει ο άνδρας.  Για λόγους ισότητας. Το ’82 που έγινε η αναθεώρηση του συντάγματος, η επιτροπή τότε δέχθηκε την πρότασή μου, και έκτοτε, νομικώς, η γυναίκα κρατάει το επώνυμό της.

… Ο Φίτλε, φιλόσοφος γερμανός, στις αρχές του 19ου αιώνα, γράφει. «Η γυναίκα με το γάμο, απορροφάται στην προσωπικότητα του ανδρός.  Συνεπώς, εφεξής, η ευτυχία της και η αξιοπρέπειά της είναι συναρτημένη με την αξιοπρέπεια και την ευτυχία του συζύγου τους. Εξ ου και συμβολικώς, αποβάλλει το πατρικό της επώνυμο και λαμβάνει το επώνυμο του συζύγου». Σήμερα κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει αυτά τα πράγματα και έφτασε αυτή η επιτροπή και ορθώς είπε ότι η γυναίκα κρατάει το επώνυμο της όπως και ο άνδρας.»

17 Μαρτίου 1821: Οι Μανιάτες υψώνουν τη σημαία της Επανάστασης στην Αρεόπολη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ